Χώμα, διψασμένο χώμα
πήρε φωτιά όλη η γη.
Έγιναν στάχτη τα όνειρα
και κλάμα παιδιών η
βροχή.
Ήρθε σκοτάδι κι ούτε ένα
φως
έγινε ο κόσμος τόσο
μικρός
κι αν πονάει η Ελλάδα
ποιος νοιάζεται, ποιος,
κλαίει μαζί κι ο θεός.
Έγινε ο τόπος μας μια
ξενιτιά
στην κάθε καρδιά μια
διπλή μαχαιριά,
κρύφτηκε ο ήλιος από
ντροπή
την Ελλάδα που σπαράζει
μην δει.
Κάποιοι χαϊδεύουν τα
πλούτη
κι άλλοι θρηνούνε νεκρούς
έγινε ο κόσμος το θύμα
μα ποιος θα δικάσει
αυτούς.
Ήρθε σκοτάδι κι ούτε ένα
φως
έγινε ο κόσμος τόσο
μικρός
κι αν πονάει η Ελλάδα
ποιος νοιάζεται, ποιος,
κλαίει μαζί κι ο θεός.
Έγινε ο τόπος μας μια
ξενιτιά
στην κάθε καρδιά μια
διπλή μαχαιριά,
κρύφτηκε ο ήλιος από
ντροπή
την Ελλάδα που σπαράζει
μην δει. |