• ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 1 - 6
    • Γ. ΑΒΕΡΩΦ
    • Α. ΑΡΣΑΚΗΣ
    • Ι. ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
    • Ι. ΔΟΜΠΟΛΗΣ
    • Ε. & Κ. ΖΑΠΠΑΣ
    • Χ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ
  • ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 7 - 12
    • ΑΦΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ
    • Ζ. ΚΑΠΛΑΝΗΣ
    • Ζ. Λ. ΜΑΡΟΥΤΣΗΣ
    • Β. ΜΕΛΑΣ
    • Ι. ΜΠΑΓΚΑΣ
    • Μ. Γ. ΡΙΖΑΡΗΣ
  • ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 13 - 18
    • Γ. Σ. ΣΙΝΑΣ a
    • Γ. ΣΤΑΥΡΟΥ
    • Ν. ΣΤΟΥΡΝΑΡΗΣ
    • Μ. ΤΟΣΙΤΣΑΣ
    • Β. Μ. ΤΟΣΙΤΣΑΣ
    • Γ. ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΣ

 

Ο Ζώης Καπλάνης ανήκει στην κατηγορία εκείνων των εθνικών ευεργετών πριν από την απελευθέρωση (πέθανε το 1806) που δεν έκαναν τις ευεργεσίες τους για τα οικονομικά τους συμφέροντα ή για λόγους υστεροφημίας. Ήταν ένας ‘‘σεμνός και διακριτικός ευεργέτης’’. Ορφανός από πολύ μικρός και αργότερα ‘‘ιδεολόγος άγαμος’’ προσομοιάζει με τους Ζωσιμάδες, οι οποίοι άλλωστε και αποτελούσαν ένα από τα πρότυπά του.

Ο Καπλάνης έγινε σύμβολο για τους υπόδουλους Ηπειρώτες και όχι μόνον. Είναι υπόδειγμα εθνικής προσφοράς με αιχμή την εκπαίδευση και το φωτισμό του γένους. Το όνομα και οι ευεργεσίες του έμειναν θρυλικά, στα χρόνια που ακολούθησαν.
Ο Ζώης Καπλάνης γεννήθηκε στο χωριό Γραμμένο των Ιωαννίνων το 1736. Από τον εγγράματο του καιρού εκείνου πατέρα του έμαθε τα πρώτα γράμματα. Δεν χάρηκε όμως πολύ την οικογενειακή ζεστασιά. Παιδάκι ακόμη χάνει τη μητέρα του και ο πατέρας του ξαναπαντρεύεται. Ύστερα από λίγο καιρό όμως πεθαίνει και αυτός, χωρίς να του αφήσει οποιαδήποτε περιουσία.
Έτσι ο μικρός Ζώης μένει μόνος και φτωχός και επιπλέον αναγκάζεται να συντηρεί και τη μητριά του, μεταφέροντας καθημερινά καυσόξυλα στα Γιάννενα, τα οποία πουλούσε μοιράζοντας το κέρδος με ένα γείτονά του, που του είχε δανείσει το γαϊδουράκι του για το σκοπό αυτό. Έκανε όμως παραδειγματική οικονομία, γι’ αυτό οι κακόβουλοι συντοπίτες του τον αποκαλούσαν «Πικροζώη», παρόνομα που τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή, ακόμη και όταν έγινε βαθύπλουτος. Στα 14 μόλις χρόνια του ο Ζώης Καπλάνης εγκατέλειψε το χωριό του και ήρθε στα Γιάννενα, όπου και τον περιμάζεψαν κάποιοι συγγενείς του γουνέμποροι το επάγγελμα και τον είχαν για ένα χρονικό διάστημα υπό την προστασία τους. Δεν έμεινε πολύ στην ηπειρωτική πρωτεύουσα, άφησε όμως να αποκαλυφθούν οι σπάνιες αρετές με τις οποίες ήταν προικισμένος ο μικρός Ζώης. Βελτίωσε μόνος του τις περιορισμένες γραμματικές του γνώσεις, διαβάζοντας τα βράδια κάτω από το φως ενός κεριού. Κατά ορισμένους βιογράφους του πιθανόν να φοίτησε και σε κάποια από τις φημισμένες σχολές των Ιωαννίνων της εποχής εκείνης.

Στα δεκαοχτώ του χρόνια προσλαμβάνεται από το γιαννιώτη μεγαλέμπορο Παναγιώτη Χατζηνίκο, ως ‘‘τσιράκι’’, για να μάθει τη γουναρική τέχνη. Αυτός διέγνωσε τα προσόντα του και γρήγορα τον απάλλαξε από τα βασικά καθήκοντα του, ώστε να μπορεί ο Καπλάνης να μελετά και να μορφώνεται. Σύντομα ο μέντοράς του τον έκανε από βοηθό συνέταιρο και τον πήρε μαζί του στο Βουκουρέστι, όπου ο Χατζηνίκος διατηρούσε ένα δεύτερο μεγάλο οίκο γουναρικών. Στη συνέχεια τον στέλνει στη Νίζνα της Ουκρανίας (τότε Ρωσίας), όπου ήταν εγκατεστημένοι πολλοί Ηπειρώτες.
Στην πόλη αυτή ο Καπλάνης έμεινε για τρία περίπου χρόνια, περιοδεύοντας συγχρόνως για δουλειές της εταιρείας σε αρκετές πόλεις της Ρωσίας και της Κεντρικής Ευρώπης, κατά τις τελούμενες εκεί εμποροπανηγύρεις. Ποιό ήταν ακριβώς το είδος του εμπορίου με το οποίο ασχολούταν ο Καπλάνης δεν είναι γνωστό, αν και εικάζεται ότι μάλλον ήταν εκεί νο της γούναςπου ήξερε καλά από τα Γιάννεναπου απέφερε τότε σημαντικά κέρδη τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Τουρκία. Από τη Νίζνα μετακομίζει στη Μόσχα που ήταν το μεγαλύτερο κέντρο εμπορίας γούνας στην Ευρώπη.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Καπλάνης και ο Χατζηνίκος θα συναντηθούν στο Βουκουρέστι και θα λύσουν συναινετικά την εμπορική τους σχέση, αφού κανόνισαν πρώτα όλους τους κοινούς λογαριασμούς τους. Ο Καπλάνης ξαναγυρίζει στη Μόσχα, όπου νοικιάζει ένα ταπεινό κελί στο γραικικό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου και κάνει μια λιτή και μετρημένη ζωή. Δουλεύοντας σκληρά και έξυπνα, σύντομα γίνεται ένας από τους πιο αξιόπιστους και πετυχημένους μεγαλέμπορους γουναρικών της Ευρώπης. Γρήγορα σχημάτισε αμύθητη περιουσία.
Στη Μόσχα συνδέεται με στενή φιλία με το συμπατριώτη του Ζώη Ζωσιμά, ο οποίος τον μύησε στην ιδεολογία της ευεργεσίας. Ακολουθώντας το παράδειγμα των έξι αδερφών Ζωσιμάδων παρέμεινε άγαμος, ώστε να μπορέσει να αφοσιωθεί απερίσπαστος «στο πρώτον και θείο έργον, το οποίον είναι διά παντός το καλόν της πατρίδος», όπως έλεγε και όπως έκανε πράξη σε όλη του τη ζωή.
Από τη Μόσχα δεν ξανάφυγε μέχρι το τέλος της ζωής του, ανέπτυξε όμως φιλικές επαγγελματικές σχέσεις με πολλούς ηπειρώτες εμπόρους, όπως οι αδερφοί Βασιλείου, Μπαλάνος Πάλλης, Λεοντάρης Μελάς και Ζώης Παπανικολάου που ζούσαν στο Ιάσιο, Κώστας Αναστασίου και Σταύρος Ιωάννου (πατέρας του Γεωργίου Σταύρου) που ήταν στη Βιέννη, οι μετσοβίτες αδερφοί Μπούμπα ο Γ. Γοργόλης και φυσικά οι φίλοι του Ζωσιμάδες που έμεναν στη Μόσχα. Το μεγάλο έργο του Ζώη Καπλάνη είναι βέβαια η περίφημη Καπλάνειος Σχολή που ίδρυσε στα Γιάννενα το 1798. Δεν είναι όμως και η μόνη του ευεργεσία. Από τις πρώτες μέρες της εγκατάστασής του στη Μόσχα θεώρησε χρέος του να συμπαρασταθεί στους ομογενείς του, που ήταν κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία με τους φίλους και συγγενείς του στα Γιάννενα στέλνοντάς τους χρήματα για να βοηθούν τους «...δεομένους».

Με μια επιστολή του προς τον Ψαλίδα ζητά να πληροφορηθεί αν υπάρχει κανένα φτωχό κορίτσι στα Γραμμένο για να του δοθεί ‘‘η πρέπουσα βοήθεια’’ για να παντρευτεί. Το 1797 καταθέτει μεγάλο ποσό σε τράπεζα της Μόσχας, οι τόκοι του οποίου πήγαιναν στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Με τη διαθήκη του αφήνει σημαντικά ποσά για τροφή, περίθαλψη και ανακούφιση φτωχών ασθενών στη Νίζνα της Ουκρανίας και την περίθαλψη και ανακούφιση απόρων ασθενών στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Ακόμη επιδοτεί γενναία την Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιο Όρος, την Ελληνική Σχολή της Πάτμου, τον Πανάγιο Τάφο και το Σιναίο Όρος στα Ιεροσόλιμα. Διαθέτει χιλιάδες ρούβλια για προικοδότηση άπορων κοριτσιών των Ιωαννίνων και τη βελτίωση των συνθηκών των κρατουμένων στις φυλακές της πόλης, κτίζει και συντηρεί σχολείο στην ιδιαίτερη πατρίδα του το Γραμμένο. Πρέπει να τονιστεί ότι το 73% της περιουσίας του διατίθεται για τη μεγάλη του αγάπη, την Καπλάνειο Σχολή, για την οποία πρόβλεψε και την οικονομική ενίσχυση των φτωχών μαθητών αλλά και τη μισθοδοσία τριών καθηγητών των ξένων γλωσσών !

Τέσσερις μήνες μετά τη σύνταξη της διαθήκης του ο Ζώης Καπλάνης πεθαίνει στη Μόσχα, μετά από βαριά ασθένεια, σε ηλικία 70 χρόνων. Τον τελευταίο καιρό είχε σοβαρότατα προβλήματα υγείας. Μετά από τρεις μέρες κηδεύεται και ενταφιάζεται στο σταυροπηγιακό μοναστήρι Ντονσκόϊ της Μόσχας.