• ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 1 - 6
    • Γ. ΑΒΕΡΩΦ
    • Α. ΑΡΣΑΚΗΣ
    • Ι. ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
    • Ι. ΔΟΜΠΟΛΗΣ
    • Ε. & Κ. ΖΑΠΠΑΣ
    • Χ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ
  • ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 7 - 12
    • ΑΦΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ
    • Ζ. ΚΑΠΛΑΝΗΣ
    • Ζ. Λ. ΜΑΡΟΥΤΣΗΣ
    • Β. ΜΕΛΑΣ
    • Ι. ΜΠΑΓΚΑΣ
    • Μ. Γ. ΡΙΖΑΡΗΣ
  • ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ 13 - 18
    • Γ. Σ. ΣΙΝΑΣ a
    • Γ. ΣΤΑΥΡΟΥ
    • Ν. ΣΤΟΥΡΝΑΡΗΣ
    • Μ. ΤΟΣΙΤΣΑΣ
    • Β. Μ. ΤΟΣΙΤΣΑΣ
    • Γ. ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΣ

 

Ο Μάνθος Ριζάρης, γεννήθηκε στο Μονοδέντρι Ζαγορίου το 1764 και πέθανε στη Μόσχα το 1824. Ο αδερφός του Γεώργιος γεννήθηκε επίσης στο Μονοδέντρι το 1769 και πέθανε στην Αθήνα το 1841. ‘Εμειναν νωρίς ορφανοί (ο πατέρας τους Ρίζος Μάνθος πέθανε στα 1772) και ο πρωτότοκος Μάνθος Ριζάρης (το Ριζάρης από το Ρίζος, ενώ στη Ρωσία προσονομαζόταν, όπως και ο αδερφός του, Ραδιόνωφ), σε νεαρή ηλικία πήγε στην Ουκρανία και εγκαταστάθηκε στη Νίζνα, όπου βρισκόταν ο θείος του. Εκεί υπήρχε αξιόλογη ελληνική κοινότητα και το εμπόριο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή.
Ο Μάνθος ασχολήθηκε με εμπορικές επιχειρήσεις, που τις επέκτεινε κατόπιν στη Μόσχα (εκεί κυρίως διέμενε), την Οδησσό, τη Βεσσαραβία, τις Παραδουνάβιες Χώρες και την Κωνσταντινούπολη. Μετά τις εμπορικές του επιτυχίες, κάλεσε το 1806, τον αδερφό του Γεώργιο και ίδρυσαν δικό τους εμπορικό οίκο. Με τη σημαντική περιουσία που απέκτησε από το εμπόριο ο Μάνθος Ριζάρης βοήθησε σημαντικά το έργο και τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ο Εμμανουήλ Ξάνθος τον μύησε από τους πρώτους στα 1814.
Πήρε μάλιστα και το χαρακτηριστικό συνθηματικό όνομα ‘‘Πρόθυμος’’, γιατί σαν μέλος της Εταιρείας ανέπτυξε δραστηριότητα και έδιξε μεγάλη προθυμία. Συνδέθηκε με στενή φιλία με τον αρχηγό της επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες Αλέξανδρο Υψηλάντη και για μια ολόκληρη δεκαετία (ως το θάνατό του) πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στον Αγώνα του Έθνους.
Για τις πρώτες μάλιστα μεγάλες ανάγκες του έστειλε στον Υψηλάντη, εξ ονόματος και του αδερφού του Γεωργίου, 30 χιλιάδες ρούβλια, καθώς και 8 χιλιάδες στον επιφανή φιλικό Νικόλαο Παξιμάδη, επίσης Ηπειρώτη, για την τροφοδοσία και συντήρηση των αγωνιστών.
Δίκαια η Φιλική Εταιρεία τον ανακήρυξε ‘‘Μέγαν Ευεργέτην’’, κάτι που έκανε μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η προσφορά των αδερφών Ριζάρη συνεχίστηκε με άλλες 50 χιλιάδες ρούβλια για τις ανάγκες της αγωνιζόμενης πατρίδας. Το όραμα όμως των δύο αδερφών, εκτός από την προσφορά στον Αγώνα για την απελευθέρωση, ήταν να ενισχύσουν με κάθε τρόπο την παιδεία του Έθνους και μάλιστα της νεολαίας, ιδρύοντας σχολεία. Ο θάνατος του Μάνθου Ριζάρη (1824) τον στέρησε από τη δυνατότητα της πραγματοποίησης αυτού του οράματος.
Έτσι, το έργο επωμίστηκε ο νεότερος αδερφός του Γεώργιος, ο οποίος, αφού περισυνέλεξε όλη την περιουσία τους, έφυγε οριστικά από τη Ρωσία και το καλοκαίρι του 1837 έφτασε στην Αθήνα. Είχε ήδη επικοινωνήσει με τον Αδαμάντιο Κοραή για να τον συμβουλευτεί για τα σχέδιά του και είχε καταλήξει στην απόφαση να διαθέσει την τεράστια οικογενειακή περιουσία για να ιδρυθούν στο Μονοδέντρι Ελληνικό Σχολείο και Οικοτροφείο και στην πρωτεύουσα Εκκλησιαστική Σχολή. Ο Γεώργιος αλληλογραφούσε συχνά με τον Αδαμάντιο Κοραή, που βρισκόταν στο Παρίσι. Σε μία επιστολή του έγραψε: «...ο μακαρίτης ο αδερφός μου και εγώ αποφασίσαμεν να αφήσουμε κληρονόμον την πατρίδα μας». Η απάντηση του σοφού διαφωτιστή: «...μην αμφιβάλλεις φίλε ότι ωφελών την κοινήν πατρίδα ωφελείς επί τούτω και την μερικήντο Ζαγόριονκαι γίνεσαι τω όντι χρήσιμος εις όλην την Ελλάδα».
Την απόφαση του αυτή ενίσχυσε σημαντικά και η προσπάθεια, για πνευματική και ηθική ανόρθωση της Ελλάδας, του εθνικού κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Με αυτές τις προϋποθέσεις και τις αποφάσεις ο Γεώργιος Ριζάρης αναθεώρησε τη διαθήκη του, που είχε συντάξει στην Οδησσό το 1833. Με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει σε αυτή όλα όσα αφορούν στην ιδρυόμενη «Μάνθου και Γεωργίου Ριζάρηδων Εκκλησιαστικήν Σχολήν». Το πατρικό σπίτι των αδερφών Ριζάρη στο Μονοδέντρι επισκευάστηκε και λειτούργησε από τον Δεκέμβριο του 1835 ως Σχολείο (‘‘Κοινή Σχολή των Ελληνικών Μαθημάτων’’), συγχρόνως με το Οικοτροφείο Ορφανοτροφείο του.
Τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή όμως δεν πρόφτασε ο Γεώργιος Ριζάρης να την δει να λειτουργεί, γιατί λίγους μήνες μετά την έναρξη της οικοδόμησής της πέθανε, σε ηλικία 71 ετών. Τα οστά των δύο αδερφών εναποτέθηκαν μπροστά στο Ιερό Βήμα του παρεκκλησίου της Σχολής, Αγίου Γεωργίου (στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από τον Ευαγγελισμό). Η έναρξη λειτουργίας της Σχολής, που πρώτος της διευθυντής ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος και η οποία για ένα διάστημα είχε διευθυντή τον ‘Αγιο Νεκτάριο, έγινε με λαμπρότητα, παρουσία του βασιλιά Όθωνα, της Ιεράς Συνόδου και της κυβέρνησης, στις 15 Μαΐου 1844. Από το 1960 η Ριζάρειος Σχολή (εξατάξιος Εκκλησιαστική Σχολή και Ανώτερον Εκκλησιαστικόν Φροντιστήριον) μεταφέρθηκε και λειτουργεί στις σύγχρονες κτιριακές της εγκαταστάσεις στο Χαλάνδρι, συνεχίζοντας το εθνοφελές έργο της.
Το ιστορικό αρχικό κτίριο της οδού Βασιλίσσης Σοφίας κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του 1960 και διασώθηκε μόνο η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Ριζάρη, που βρισκόταν στον περίβολο της Σχολής. Η διαθήκη του Γεωργίου Ριζάρη όπως και στη συνέχεια αναφέρεταιείναι ένα πραγματικό μνηνείο. Η τελευταία παράγραφός της καθρεφτίζει και την ψυχοσύνθεση του ευεργέτη: « Ιδού ετελείωσα ό,τι είχα να γράψω. Θέλω, διατάττω και επιθυμώ να εκτελεσθώσιν απαρασαλεύτως όσα διέταξα. Η επιθυμία μου είναι να προκύψη ωφέλεια εις το Κοινόν από τους ιδρώτας του προσώπου εμού τε και του μακαρίτου αυταδέλφου μου.
Πας όστις ήθελε τολμήσει να ζητήση την ανατροπήν των διατάξεών μου, έστω κατηραμένος, αυτός, και τα τέκνα του και όλη η γενιά του. Δεν θέλω, κατ` ουδένα τρόπον, να ωφεληθώσιν ολίγοι προς βλάβην των κοινωφελών διατάξεών μου...» Οι αδερφοί Ριζάρη έχοντας σαν αφετηρία την ιδιαίτερη πατρίδα τους το Μονοδέντρι, ακολούθησαν το δρόμο της ξενιτιάς.
Με τη φιλοπατρία τους, τα ισχυρά ιδανικά και τη “δίψα” τους για την απελευθέρωση της Ελλάδας, πέτυχαν τελικώς μεγάλα επιτεύγματα, τόσο στη γενέθλια γη τους, το Μονοδέντρι της Ηπείρου, όσο και στην πρωτεύουσα, έχοντας πάντοτε ως στόχο την ελληνική παιδεία. Η ελληνική κυβέρνηση, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, απένειμε το 1841 στο Γεώργιο Ριζάρη το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Σωτήρος και ο βασιλιάς Όθων εξέφρασε την ευαρέσκειά του «...διά τον απαράμιλλον ζήλον περί την εκπαίδευσιν των κληρικών του Ελληνικού Κράτους», ενώ η Βουλή των Ελλήνων, εκτιμώντας τις υπηρεσίες των δύο αδερφών, ανέγραψε τα ονόματά τους στην αίθουσά της, ανάμεσα σε εκείνα των μεγάλων Ευεργετών του Έθνους